Η εξέγερση της Δράμας κατά το 1941 και η πόλη των Σερρών. Μία συνέντευξη με το ϯ Σωτήρη Παπαντωνίου.
Του Ιωάννη Τσαρούχα, φιλολόγου, προϊσταμένου Τμήματος Γενικών Αρχείων του Κράτους Σερρών.


Τα γεγονότα που έλαβαν χώρα στη διάρκεια της Κατοχής από την 28η Σεπτεμβρίου ως και την 6η Οκτωβρίου του 1941 στη Δράμα και στην περιοχή της, γνωστά ως γεγονότα της Δράμας, και επεκτάθηκαν σε όλη την Ανατολική Μακεδονία, με τραγικές συνἐπειες για τον ελληνικό πληθυσμό της περιοχής, έχουν απασχολήσει την ιστοριογραφία σε μεγάλο βαθμό.
Οι χαρακτηρισμοί που τα έχουν συνοδεύσει κατά καιρούς είναι: « Επανάσταση», «Ψευδοεπανάσταση», «Αποτυχημένο Κίνημα», «Ατυχής Εξέγερση» , αναλόγως της πολιτικής τοποθέτησης και της εθνικής καταγωγής του κάθε συγγραφέα. Σήμερα, μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι τα γεγονότα έχουν φωτισθεί επαρκώς, λόγω και της έρευνας και δημοσίευσης αρχειακών πηγών της Βουλγαρίας(1) αλλά και της συστηματικής έρευνας των αντίστοιχων ελληνικών πηγών. Έτσι καταγράφηκαν με ακρίβεια τα στοιχεία των συμμετασχόντων στο κίνημα, από ελληνικής πλευράς, καθώς και τα ακριβή, όσο γίνεται, στοιχεία των θυμάτων. Έτσι, μυθεύματα και υπερβολές του παρελθόντος καταρρίφθηκαν. Και πάλι όμως, ο αριθμός των θυμάτων , η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων χωρίς καμία ανάμειξη στο κίνημα, είναι εξίσου θλιβερός(2) .
Η κυρίαρχη άποψη τα τελευταία έτη, παρόλο που δεν λείπουν και πάλι φαινόμενα του πρόσφατου παρελθόντος, όπως η απόπειρα ηρωοποίησης των πρωταγωνιστών, συμπυκνώνεται στα εξής: Μετά την επίθεση της Χιτλερικής Γερμανίας στη Σοβιετική Ένωση άρχισε η δράση και προπαγάνδα του ΚΚΕ για τη νίκη των Σοβιετικών, για άφιξη του Κόκκινου Στρατού στα Βαλκάνια γεγονός που υπέπεσε στην αντίληψη των Βουλγαρικών Αρχών οι οποίες γνώριζαν πως στελέχη και των δύο Κομμουνιστικών Κομμάτων είχαν επαφές. Οι Βούλγαροι κομμουνιστές παρέσυραν τους έλληνες ομοϊδεάτες της Δράμας στην άποψη ότι επίκειται Σοβιετική επέμβαση προς ενίσχυση επικείμενης εξέγερσής τους στη Βουλγαρία, μετά και από κάποιες ρίψεις Σοβιετικών αλεξιπτωτιστών και κάποιους βομβαρδισμούς του Σοβιετικού στόλου στον Εύξεινο Πόντο. Το Υπουργείο Εσωτερικών της Βουλγαρίας γνώριζε ακριβώς πότε θα ξέσπαγε το κίνημα. Οι Έλληνες κομμουνιστές ήθελαν με τον τρόπο αυτόν να εξυπηρετήσουν τον στόχους του Βουλγαρικού Κόμματος για τη μη αποστολή Βουλγαρικών στρατευμάτων προς ενίσχυση των Γερμανών στη μάχη τους με τους Σοβιετικούς, στη λογική της ενίσχυσης έμμεσα της Σοβιετικής Ένωσης, πράγμα που επιτεύχθηκε(3) Ερωτήματα για το αν οι Γερμανικές αρχές γνώριζαν με ακρίβεια την αλήθεια για το Κίνημα της Δράμας έχουν τεθεί από την έρευνα αλλά οι απαντήσεις εκτιμούμε πως δεν είναι επαρκώς φωτισμένες. Γενικά επισημαίνεται ότι οι Γερμανοί πρώτιστα ενδιαφέρονταν για τις οικονομικές επιπτώσεις και για το κύμα φυγής των Ελλήνων που παρατηρήθηκε αμέσως μετά το Κίνημα.
Ο αείμνηστος πια Σερραίος Σωτήρης Παπαντωνίου σε μια από τις επισκέψεις του στο χώρο της εργασίας μου, πιο συγκεκριμένα την 21ηΜαΐου του 2008, μου παραχώρησε, μετά από παράκλησή μου, συνέντευξη στην οποία εξιστορεί τα συμβάντα εκείνων των ημερών, όπως τα έζησε, στην πόλη των Σερρών. Την δημοσιεύω, σε ευθύγραμμη αφήγηση, ως μία αυθεντική μαρτυρία:
“Όταν εγκαταλείψαμε τη Μακεδονία, από εδώ, πήγαμε στην Πελοπόννησο. Ο πατέρας μου ήταν δημοσιογράφος και ενήμερος για τα γεγονότα. Γνωρίζοντας ότι την εισβολή των Γερμανών θα την διαδεχθεί αυτή των Βουλγάρων θεώρησε καλό να διώξει την οικογένειά του στην ιδιαίτερή του πατρίδα, στην Πελοπόννησο. Γνώριζε καλά τους αιμοσταγείς Βούλγαρους γιατί οι Παπαντωναίοι είχαν συμμετάσχει στο Μακεδονικό Αγώνα(4). Εγώ, ύστερα από μικρό χρονικό διάστημα θεώρησα καλό να επιστρέψω στις Σέρρες για να δω τι γίνεται με τα περιουσιακά μας στοιχεία.
Δυστυχώς, όταν ήρθα εδώ και πήγα στο κινηματοθέατρο τα «Διονύσια», που εκεί δίπλα ήταν και η κατοικία μας είδα στον τοίχο έναν κόκκινο κύκλο με έναν σταυρό. Είχε γίνει επίταξη του σπιτιού μας από τους Γερμανούς και τους Βούλγαρους. Έτσι, αναγκάστηκα να καταφύγω στου θείου μου, εδώ δίπλα, όπου σήμερα είναι ο Παιδικός Σταθμός.(5) Εκεί φιλοξενούμουν από τον Δορκοφίκη(6), ο οποίος ήταν Διευθυντής των Λιγνιτωρυχείων Παπαντωνίου. Οι Γερμανοί έδιναν μεγάλη βάση στα μεταλλεία και τα κράτησαν υπό τον έλεγχό τους. Είχαν ανάγκη από τον παραγόμενο λιγνίτη ακόμη και για στρατιωτικούς λόγους. Η παραγωγή των μεταλλείων μας μπορεί να έφθανε ημερησίως και τους διακόσιους τόνους. Εκεί δούλευε όλη η Καμενίκια. Μάλιστα, οι Γερμανοί έδωσαν εντολή, όσοι δούλευαν στα ορυχεία να μην πηγαίνουν αγγαρεία και στρατιώτες στο βουλγαρικό στρατό. Τους τροφοδοτούσαν και με τρόφιμα.
Στο ίδιο σπίτι έμενε, με επίταξη ενός δωματίου, και μια οικογένεια από τη Βουλγαρία, με ένα μωρό τεσσάρων μηνών περίπου. Ήταν η οικογένεια του Γιάννου (=Γιάνε) Στογιάνου (=Στογιάνοφ), υποδιευθυντή της Βουλγάρικης Νομαρχίας. Παραμονή(7) του Κινήματος ενώ τρώγαμε βραδινό στο σπίτι έρχεται ο Γιάνος για να κοιμηθεί, όλο χαμόγελα. Την ώρα που μπαίνει μέσα γελαστός έχει στην πίσω τσέπη του ένα πιστόλι . Το αφήνει ξεπίτηδες να το δω. Το είδα. Δεν είπα τίποτε. Όταν έφυγε, ο Δορκοφίκης γυρνάει και μου λέει :- Αύριο μην βγεις καθόλου έξω. Εγώ, αν και απόρησα -ήμουν γενικά ζωηρός και ατίθασος νέος-δεν πήρα την προτροπή του στα σοβαρά.
Την άλλη μέρα, κατά τις οκτώ, κατευθύνθηκα προς την πλατεία Κρονίου για να συναντήσω το φίλο μου, υπάλληλο της Τράπεζας Ελλάδος, το Νίκο Βλαγοίδη. Συναντηθήκαμε έξω από το καφενείο του «Κωβαίου» που τότε ήταν νεανικό στέκι. Ήταν απέναντι από το Κρόνιο, κάτω από το ξενοδοχείο Γαλαξίας, όπου το υποδηματοπωλείο του Κόκκινου. Οι ηλικιωμένοι σύχναζαν στο καφενείο «Μυτιληνιός». Μπήκαμε στο καφενείο και καθίσαμε. Δεν πέρασε μισή ώρα όταν εμφανίσθηκαν τέσσερις Βούλγαροι Αστυνομικοί. Οι δύο με πολιτικά. Αυτοί με τη στολή έπιασαν την πόρτα και δεν άφηναν κανέναν να βγει έξω. Οι δύο με τα πολιτικά άρχισαν να μας ρωτούν έναν έναν στα Βουλγάρικα: Έλληνας ή Βούλγαρος. Όλοι ήμασταν Έλληνες . Έτσι, μας συνέλαβαν και μας οδήγησαν στην παρακείμενη Ασφάλεια, στον όροφο πάνω από το σημερινή ταβέρνα «Νέο Κρόνιο». Επειδή ακόμη δεν μας είχαν ζώσει καλά σκεφτόμουν πως θα αποδράσουμε. Ο φίλος μου με απέτρεψε. Είχα και μια πρόσφατη εμπειρία στην Αθήνα όταν με πυροβόλησαν Ιταλοί καραμπινιέροι και δίστασα.
Μας συγκεντρώσανε όλους , καμιά εκατοστή άτομα. Ένας ένας ανεβαίναμε τα σκαλιά και δίναμε σε κάποιον τα στοιχεία μας. Εγώ είχα πάνω μου πέντε χιλιάδες λέβια. Παρά την έρευνα δεν μπόρεσαν να μου τα βρουν και να τα πάρουν. Ξαφνικά, και ενώ στριμωχτήκαμε στη σκάλα έρχεται ένας Βούλγαρος και αρχίζει να μας χτυπάει στα κεφάλια. Μας κατεβάζουν. Μας περιμένει ένα μεγάλο Γερμανικό καμιόνι και αριστερά δεξιά στρατιώτες έτοιμοι να μας τρυπήσουν με τη ξιφολόγχη. Μας στριμώξανε ανάμεσά τους. Μας επιβιβάζουν στο καμιόνι . Αφού γέμισε το Καμιόνι ξεκίνησε. Κατευθυνόμαστε προς την Ανατολική έξοδο της πόλης. Από πίσω ακολουθεί και άλλο αυτοκίνητο. Περνάμε τη γέφυρα του Τσέλιου. Τελικά, καταλήγουμε στο στρατόπεδο που είναι στο δρόμο προς τη Δράμα, στα «Ιππικά».(8) Μας ξεφορτώνουν και μας οδηγούν σε έναν θάλαμο μεγάλο όπου σταβλίζονταν τα ζώα. Οι εγκαταστάσεις ήταν εγκαταλειμμένες πολύ καιρό γιατί οι μονάδες που ήταν μέσα είχαν πολεμήσει στον πόλεμο του 1940. Μας άφησαν εκεί ενώ συνεχώς έφερναν και άλλους από άλλα σημεία. Στο χώρο αυτό είχαμε μαζευτεί καμιά τετρακόσια -πεντακόσια άτομα. Καθίσαμε κάτω στην κοπριά, σαν τις παστές σαρδέλες ,ο ένας δίπλα στον άλλον. Από την κοπριά είχε σηκωθεί σκόνη και μας έτσουζε στα μάτια. Μέσα σ’ αυτή την ατμόσφαιρα κάναμε άσχημες σκέψεις και για την τύχη μας.
Ήμασταν πολλοί οι γνωστοί μεταξύ μας. Ήταν ο Νικόλας ο Γούτας , ο Χατζηαγοράκης από την Πεντάπολη. Και οι δυο συμμαθητές μου, από το Γυμνάσιο.
Ο Ρουστάνης και άλλοι(9). Κάποια στιγμή, το απόγευμα, μπήκε μέσα στο θάλαμο ένας αξιωματικός. Μας ρωτούσε στα Βουλγάρικα: Έλληνας ή Βούλγαρος. Μας έβγαλε και λόγο. Άρχισε με το ασχέτως αν δεν μιλάτε βουλγαρικά είμαστε αδέρφια και άλλα τέτοια πολλά. Μόλις έφυγε μπήκαν μέσα έξι εφτά Βούλγαροι και άρχισαν να μας χτυπάνε. Φορούσαν όλοι μπότες Γερμανικές. Ήταν μπότες σκοτωμένων Γερμανών από τη μάχη των Οχυρών που τις αφαίρεσαν από τους νεκρούς. Όταν ξεθυμάνανε έφεραν έναν διερμηνέα και μας είπαν ότι μας χτύπησαν γιατί δεν σηκωθήκαμε όταν μπήκε ο αξιωματικός. Αυτά γίνονται το απόγευμα της πρώτης μέρας.
Τη δεύτερη μέρα το απόγευμα άρχισαν να φέρνουν ένα νέο μικρό μπουλούκι, καμιά τριανταριά άτομα. Αυτή τη φορά μάντρωσαν τους διαλεχτούς: γιατρούς, δικηγόρους, φαρμακοποιούς και άλλοι επαγγελματίες. Έτσι, είδα να φέρνουν μέσα τον Τσαγκαλόπουλο, το γιατρό τον Ιπποκράτη Μακρή, τον Αγγελούση τον μετέπειτα υπουργό και άλλους πολλούς από την ελίτ της πόλης. Τους εγκατέστησαν σε άλλο θάλαμο. Αυτούς δεν τους κράτησαν πολύ. Την τρίτη μέρα το βράδυ τους απελευθέρωσαν κιόλας.
Μας άφησαν τρεις μέρες χωρίς νερό και φαγητό. Υποφέραμε. Την τέταρτη μέρα άνοιξαν οι πόρτες και οι στρατιώτες μας έφεραν νερό σε μεταλλικά καζάνια. Τότε, όλοι μαζί, σκασμένοι από τη δίψα, ορμάμε να πιούμε νερό. Είχα βουτήξει όλο το κεφάλι μου μέσα. Λόγω όμως της λαχτάρας μας για νερό ανατρέψαμε το καζάνι μας. Ο Ρουστάνης αρχίζει να ζητάει το λόγο, ποιοι ήταν αυτοί που γκρέμισαν το καζάνι και μείναμε χωρίς νερό. Λογόφερε με το φίλο μου το Νίκο το Βλαγοίδη και εγώ πήγα να τον υπερασπισθώ. Ήταν αγαθό παιδί. Τέλος πάντων, χωριζόμαστε σε δυο μερίδες και αρχίζουμε να πλακωνόμαστε μεταξύ μας. Εκείνη τη στιγμή λόγω της φασαρίας τρέχουν οι σκοποί έξω από το θάλαμο και αρχίζουν να πυροβολούν στον αέρα. Νάσου και ανοίγουν οι πόρτες και ξεχύνονται καταπάνω μας οι στρατιώτες με κάτι κοντόξυλα και μας αρχίζουν όλους μαζί στο ξύλο. Κάποια στιγμή σταματάνε και ένας στρατιώτης ρωτάει ποιοι φταίνε για τη φασαρία. Κάποιος δείχνει εμένα. Έρχεται με το κοντόξυλο και με αρχινάει. Δε βγάζω άχνα. Προσπαθώ να συγκρατήσω τον πόνο μου και να μην φωνάξω. Κοίταζα να φυλάξω το κεφάλι μου και με τραυμάτισε άσχημα στον αγκώνα μου. Ένας αξιωματικός που παρακολουθούσε τη σκηνή φώναξε: Τσιάκαε βοινίκι! Σταμάτα στρατιώτη! Μ’ άφησε. Ο Νικόλας έφαγε και αυτός λίγες.
Την 4η προς 5η μέρα του εγκλεισμού μας στα «Ιππικά», ξημερώματα, κατά τις έξι η ώρα, ακούσαμε μια φοβερή έκρηξη. Οι Βούλγαροι ανατίναξαν το Ηρώο της Μεραρχίας Σερρών. Είχαν επιβάλει απαγόρευση κυκλοφορίας από τη Δύση ως την Ανατολή και φρόντισαν η ανατίναξη να γίνει την ώρα που δεν κυκλοφορεί ακόμη ο κόσμος. Εκείνη την εποχή μαζί με το Ηρώο της Μεραρχίας κατέστρεψαν και την προτομή του Εμμανουήλ Παππά , στο μικρό τότε παρκάκι της Πλατείας Εμπορίου, ακριβώς απέναντι από το κρεοπωλείο του Μυτιληναίου.
Μετά από καμιά εβδομάδα έφεραν καμιά δεκαοκτώ άτομα από τα Καλά Δένδρα. Δυο παιδιά από τα Καλά Δένδρα δεν άντεξαν το ξύλο και πέθαναν. Τα σκότωσαν με κάτι κοντόξυλα. Τα πέταξαν σε μια γωνιά σε ένα μέρος λίγο πιο μακριά από εκεί που πηγαίναμε για την ανάγκη μας και τα είδα. Σκότωσαν και έναν άλλο φουκαρά από την Καρπερή που βοσκούσε τα πρόβατά του έξω από το στρατόπεδο. Τον πέρασαν για κατάσκοπο. Επίσης και έναν από την πόλη των Σερρών τον Ιπποκράτη το Γάλβα. Με αυτόν είχε προηγούμενα κάποιος Βούλγαρος χωροφύλακας. Διέθετε κατάστημα στην πόλη. Ο χωροφύλακας «αγόρασε» κάτι χωρίς να πληρώσει. Ο δικός μας απαίτησε τα χρήματα και έκανε φασαρία. Του τη φύλαγε ο Βούλγαρος που δεν ξέχασε το περιστατικό.
Μετά κάποιες μέρες έστειλαν κήρυκες στην πόλη να ανακοινώνουν ότι όποιος έχει κάποιο συγγενή έγκλειστο μπορεί να του πάει τρόφιμα. Όχι σπουδαία πράγματα: ψωμί καμιά ελιά, ξηρά τροφή δηλαδή, όχι σκεύη, που να βρεις να τα βράσεις. Κάπου κάπου μας έφερναν και λίγο σαλάμι. Ψωμί μου έφερνε ο Δορκοφίκης και το μοιραζόμασταν με την παρέα μου. Μαλάκωσε κάπως το πράγμα. Είχα εκείνα τα λέβια και πλησίασα έναν σκοπό. Πεταγόταν, αγόραζε κάποια τρόφιμα και τσιγάρα και μου τα’ φερνε με το αζημίωτο.
Μετά από ένα μήνα περίπου άρχιζαν να απελευθερώνουν τους πιο ηλικιωμένους και τους ασθενέστερους. Πάντα όμως λίγους λίγους. Εμάς τους νεότερους μας απελευθέρωσαν περίπου μετά από σαράντα-σαράντα πέντε μέρες. Κατά την έξοδό μας , μας έβαζαν στη σειρά και μας ανάγκαζαν να φωνάζουμε όλοι μαζί Ούρα-Ούρα (Ζήτω) προς τιμήν του Βασιλιά Μπόρι και μας άφηναν. Στη διάρκεια του εγκλεισμού μου στο στρατόπεδο κόλλησα ψώρα και υπέφερα πολύ από τη φαγούρα.
Μέσα στο στρατόπεδο δεν είχαμε ιδέα για το κίνημα της Δράμας. Μάθαμε πολύ αργότερα αφότου βγήκαμε για την μεγάλη καταστροφή και τους φόνους που είχαν γίνει. Όταν απελευθερώθηκα ρώτησα το Δορκοφίκη γιατί με προειδοποίησε να μη βγω έξω από το σπίτι την ημέρα του Κινήματος. Μου είπε ότι κατάλαβε πως κάτι σοβαρό ετοιμάζεται.-Δεν σου είπα τίποτε διότι αν σου ξέφευγε κάτι τότε αλλοίμονο μας. Ο Στογιάνοφ με έβαλε να σε προειδοποιήσω ώστε να μην πάθεις κανένα κακό. Την παραμονή το βράδυ λίγο πριν έλθει ο Στογιάνοφ πέρασε όλη η Βουλγαρική νεολαία από τη Νομαρχία και της διένειμαν όπλα. Όπλιζαν κυρίως όσους ήταν κάτω των τριάντα και τους προέδρους των Κοινοτήτων.
Το απόγευμα της ίδιας μέρας είχε προηγηθεί συγκέντρωση στο «Μυτηλινιό». Ήταν ένα καφενείο με πολύ μεγάλη αίθουσα, κολλητό με το κτήριο της Τράπεζας Ελλάδος. Είχαν συγκεντρωθεί όλοι οι Βούλγαροι αξιωματούχοι, οι επικεφαλής του Στρατού και της Αστυνομίας οι Διευθυντές της Νομαρχίας και της Δημαρχίας, όλοι οι Βούλγαροι πρόεδροι των χωριών. Είχαν κληθεί και Έλληνες παράγοντες της πόλης που ασκούσαν κάποια επιρροή. Ήταν παρών και ο Δορκοφίκης. Είχε έρθει και κάποιος ανώτερος αξιωματούχος από τη Σόφια. Τους έβγαλε λόγο ο Νομάρχης. Ο Δορκοφίκης δε γνώριζε βουλγαρικά. Το μόνο που αντιλήφθηκε από το λόγο του ήταν μια Ομηρική φράση με την οποία κατέληξε: «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας».(10)
Ο Σωτήρης Παπαντωνίου, μετά το Κίνημα, εξακολούθησε να εργάζεται για κάποιο διάστημα στα Ορυχεία ως βοηθός του θείου του και ιδιοκτήτη του Ορυχείου Λεωνίδα, πατέρα του αργότερα βουλευτή Σερρών, Σωτήρη επίσης Παπαντωνίου, πρώτου εξαδέρφου του. Αποφάσισε κάποια στιγμή στην Κατοχή να φύγει από τη Βουλγαροκρατούμενη ζώνη στη Γερμανοκρατούμενη. Τα κατάφερε πληρώνοντας έναν Βούλγαρο λοχία στο σταθμό Πορροίων. Επανήλθε στην Πελοπόννησο και στη συνέχεια βρέθηκε στην Αθήνα. Έζησε από κοντά την απελευθέρωση της Αθήνας. Ήταν παρών στην ομιλία του Γεωργίου Παπανδρέου, κρατώντας Ελληνική σημαία.
Συμπερασματικά, από την αφήγηση των γεγονότων αποδεικνύεται ότι οι Βουλγαρικές Αρχές γνώριζαν με ακρίβεια πότε θα εκδηλωθεί το Κίνημα. Διαψεύδονται όσοι ερευνητές ισχυρίζονται ότι προετοιμασία των Κατοχικών Αρχών για αντιμετώπιση του Κινήματος έγινε μόνο στη Δράμα.(11) Έγινε σίγουρα στις Σέρρες, πιθανότατα και στην Καβάλα. Η αντίδρασή τους ήταν πολύ στοχευμένη και οργανωμένη. Άλλωστε, οι δολοφονικές εκτελέσεις και στο νομό Σερρών είχαν αποφασισθεί και σχεδιασθεί με βάση πληροφορίες που τους έδιναν τοπικοί συνεργάτες τους. Σημαντική επίσης είναι και η ακριβής μέρα και ώρα της ανατίναξης του Ηρώου της Μεραρχίας. 3 Οκτωβρίου του 1941. Ώρα 6η πρωινή. Φυσικά, μία μόνο μαρτυρία δεν αρκεί για την πλήρη τεκμηρίωση. Είναι σίγουρο όμως ότι η ανατίναξη έγινε ακριβώς κατά τις μέρες της εκδήλωσης του Κινήματος της Δράμας. Στο συμβολικό επίπεδο σήμανε και την έναρξη της προσπάθειας πλήρους αφελληνισμού της περιοχής. Οι Βούλγαροι στη συνέχεια διενήργησαν έρανο στην πόλη για το στήσιμο προτομής του Γκότσε Ντέλτσεφ στο χωριό Μπάνιτσα, δίπλα στην Ορεινή που, όχι τυχαία βέβαια, είχε κάψει ο ελληνικός στρατός το 1913.
———————————————————————————
1. Ο Σωτήρης Β. Παπαντωνίου γεννήθηκε στις Σέρρες το 1921 και πέθανε στην Λαμία, κοντά στην κόρη του, το 2010. .Ήταν γιος του δημοσιογράφου, με έφεση στην στιχουργική, ιδιαίτερα σατιρικών στίχων, Βασιλείου Παπαντωνίου, εκδότη επί χρόνια της εφημερίδας Εθνική Αναγέννησις. Το ταλέντο αυτό κληρονόμησε και ο Σωτήρης ο οποίος διακρινόταν επιπλέον και για την ικανότητά του στο σκίτσο. Αν και ταλαιπωρημένος από προβλήματα υγείας, συζητούσε πάντα για θέματα παρελθόντος της πόλης που υπεραγαπούσε. Γόνος οικογένειας διακεκριμένων Μακεδονομάχων με καταγωγή από την Μεγαλόπολη της Αρκαδίας. Μετά τον πόλεμο ήταν συνιδιοκτήτης του κινηματοθεάτρου «Διονύσια». Για πολλά χρόνια ήταν καλλιτεχνικός τους Διευθυντής. Παρά την παρορμητικότητά του διακρινόταν για το θάρρος του και την φιλαλήθεια του. Λίγες μέρες μετά την εισβολή των Γερμανών και την Κατοχή, όταν μαθεύτηκε ότι έρχονται οι Βούλγαροι, αναχώρησε από την πόλη των Σερρών, όπως έκαναν πολλοί Σερραίοι. Την παρούσα εργασία αφιερώνω στη μνήμη του.
2. Πιο πρόσφατη σχετικά είναι η έρευνα των στρατιωτικών αρχείων της Βουλγαρίας, όπως δημοσιεύεται στο Σπυρίδων Σφέτας, Η ατυχής εξέγερση της Δράμας 1941κατά τα Βουλγαρικά στρατιωτικά αρχεία, έκδ. Ιεράς Μητρόπολης Δράμας, Εκδόσεις Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2017.
3. Η πιο συστηματική εργασία, στο συγκεκριμένο θέμα: Δημήτρης Πασχαλίδης, Τάσος Χατζηαναστασίου, Τα γεγονότα της Δράμας (Σεπτέμβριος-Οκτώβριος 1941) Εξέγερση ή προβοκάτσια; έκδ. ΔΕΚΠΟΤΑ Δράμας, Δράμα 2003.Οι συγγραφείς καταλήγουν σε έναν συνολικό αριθμό θυμάτων 2.140. Από αυτά τα 483 είναι του νομού(σήμερα Αντιπεριφέρειας) Σερρών.
4. Σπυρίδων Σφέτας, ό.π., σ. 23-28.
5. Ο Δημήτριος Σωτ. Παπαντωνίου (1875-1928), αδερφός του πατέρα του συμμετείχε ως οπλαρχηγός στο αντάρτικο σώμα του Π. Μάνου (καπετάν Βέργου) στα έτη 1904-1907. Ήταν δικηγόρος αλλά και εκδότης. Εξέδωσε την πρώτη εφημερίδα στην πόλη με τον τίτλο «Σέρραι.
6. Πρόκειται για τον 1ο Βρεφονηπιακό σταθμό, επί της οδού Μεραρχίας, απέναντι από την τέως Νομαρχία. Σε κτήριο που δεν υπάρχει σήμερα στον περίβολο του Σταθμού ήταν τα γραφεία της Εταιρείας «Λιγνιτωρυχεία Παπαντωνίου».
7. Γεώργιος Δορκοφίκης, Από τα (συνολικά 58) ιδρυτικά μέλη του Συλλόγου Πελοποννησίων Σερρών. Στο Καταστατικό ίδρυσης αναφέρεται ως υπάλληλος με καταγωγή από τη Μεσσήνη. Καταστατικόν των εν τω νομώ Σερρών εγκατεστημένων Πελοποννησίων, Ο Γρηγόριος ο Ε΄. Σέρραι, τύποις Ν. Κυρπίδου, [1933].
8. Την 28η Σεπτεμβρίου.
9. Πρόκειται για το τέως στρατόπεδο Εμμανουήλ Παππά, δίπλα στον κεντρικό δρόμο Σερρών Δράμας, στην Ανατολική έξοδο της πόλης και έδρα, κατά τον πόλεμο του 1940, του 3ου Ιππικού Συντάγματος Σερρών.
10. Πολλά περισσότερα ονόματα έγκλειστων Σερραίων στο Τριαντάφυλλος Υψηλάντης, «Η βουλγαρική κατοχή στις Σέρρες», Σερραϊκά Ανάλεκτα 4 (2006), σ. 269, σημ. 20 όπου και πολλές σημαντικές πληροφορίες για την επικρατούσα κατάσταση στις Σέρρες κατά τη βουλγαρική κατοχή.
11. Ο Τρ. Υψηλάντης, ό.π., σ.267 αναφέρεται στο ίδιο καφενείο με ιδιοκτήτη τον Στσύρο Καπιώτη. Αναφέρεται και στο ίδιο γεγονός το οποίο τοποθετεί όμως μία μέρα μετά, την 29η Σεπτεμβρίου. Είναι προφανές ότι πήρε πληροφορίες και από τον Σωτήρη. Δεν είναι λογικό πάντως το βράδυ της 29ης να ακούγονται πυροβολισμοί και την άλλη ο Σωτήρης να βγει από το σπίτι του. Κατά την άποψή μου η συγκέντρωση γίνεται την 28η Σεπτεμβρίου με αφορμή τον εορτασμό της ημέρας αφιερωμένης στη μνήμη του Παϊσίου Χιλανδαρινού που θεωρείται πατέρας της αφύπνισης του βουλγαρικού έθνους. Την επόμενη μέρα, την 29η Σεπτεμβρίου ξεκινούν τα αντίποινα του Κινήματος και στις Σέρρες.
12.Βλ. σχετικά: Παναγιώτης Αμπεριάδης, Η Ανατολική Μακεδονία το 1941 και η Εξέγερση της Δράμας Με βάση τις ελληνικές και βουλγαρικές πηγές, έκδ. Αδελφών Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1998, σ.401.









