Ο Δεκαπενταύγουστος είναι αφιερωμένος στην Παναγία
Στις 15 Αυγούστου τιμάται η Κοίμησης της Θεοτόκου. Ο Δεκαπενταύγουστος «το Πάσχα του καλοκαιριού», είναι αφιερωμένος στην Παναγία, τη μητέρα όλων των Χριστιανών και εορτάζεται με ιδιαίτερη ευλάβεια σε όλο τον ελληνικό χώρο. Ο ελληνικός λαός την τιμά και τη σέβεται περισσότερο από κάθε άλλο ιερό πρόσωπο.
Αυτή η ιδιαίτερη λατρεία που έχει ο ελληνικός λαός για την Παναγία φαίνεται και από τα εκατοντάδες προσωνύμια που της έχουν αποδώσει που συνήθως σχετίζονται με τόπους λατρείας, θαύματα ή ιδιότητες της Παναγίας, αλλά και από τα αναρίθμητα προσκυνήματα ανά την επικράτεια. Παναγία Θεοτόκος, Γοργοϋπήκοος, Ευαγγελίστρια, Οδηγήτρια, Πλατυτέρα, Ελεούσα, Αχειροποίητη, Γλυκοφιλούσα, Βρεφοκρατούσα, Μεγαλομάτα, Θρηνούσα, Δεξιά, Φιδούσα, Τριχερούσα, Πονολύτρια, μερικά από τα εκατοντάδες ονόματα και προσωνύμια.
Στην Περιφερική Ενότητα Σερρών έχουμε την δικιά μας Παναγία την Εικοσιφοινίσσα, την Βύσσιανη, την Παναγίτσα, την Ηλιόκαλλη που τιμάμε με μεγαλοπρέπεια, λαμπρότητα και ευλάβεια.
ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΕΙΚΟΣΙΦΟΙΝΙΣΣΗΣ
Η Μονή Παναγίας Εικοσιφοινίσσης είναι ιστορικό μοναστήρι βρισκόμενο στον δήμο Αμφίπολης του Νομού Σερρών, κοντά στα όρια με τους Νομούς Καβάλας και Δράμας. Εκκλησιαστικά, υπάγεται στην Ιερά Μητρόπολη Δράμας. Είναι κτισμένο σε υψόμετρο 753 μέτρων, στη βόρεια πλευρά του όρους Παγγαίου.
Η ίδρυση της Μονής ανάγεται στα χρόνια του επισκόπου Φιλίππων Σώζοντος, ο οποίος έλαβε μέρος στη Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο στη Χαλκηδόνα της Μικράς Ασίας (451 μ.Χ.). Κατά την παράδοση, ο επίσκοπος Σώζων ίδρυσε, περί το 450 μ.Χ., Ναό και μοναστικό οικισμό στη θέση Βίγλα, πλησίον της Μονής. Ο μοναστικός οικισμός αυτός εγκαταλείφθηκε με την πάροδο των ετών και η Μονή ιδρύθηκε ουσιαστικά από τον Όσιο Γερμανό, τον 8ο αιώνα.
Αν και η ονομασία φαίνεται να προέρχεται από τις λέξεις είκοσι + φοίνισσα, πρόκειται για παρετυμολογικό σχηματισμό από το προγενέστερο οικωνύμιο Κοσίνιτσα, κι αυτό με τη σειρά του προέρχεται από τη σλαβικής προέλευσης λέξη кошница / košnica < кош / koš (καλάθι) + -ница / -nica (τόπος).
Παλαιότερα υπήρξαν κάποιες χαριτωμένες αλλά οπωσδήποτε λανθασμένες απόπειρες εξήγησης του δυσνόητου οικωνυμίου.
Ο ηγούμενος της μονής Χρύσανθος το 1782 αναφέρει ότι, ενώ ο Όσιος Γερμανός, μετά την ανέγερση του μοναστηριού, αναζητούσε κατάλληλη σανίδα, για να γίνει η εικόνα της Θεοτόκου, εκείνη με θαυματουργικό τρόπο τού προσέφερε την μέχρι και σήμερα σωζόμενη εικόνα της, που άστραφτε κι εξέπεμπε «φοινικούν», δηλαδή κοκκινωπό φως. Έτσι επικράτησε ο όρος «Εικοσιφοίνισσα» (εικών φοίνισσα → Εικοσιφοίνισσα). Κατά μια άλλη ισχνότερη εκδοχή ο κτήτωρ της μονής, Άγιος Γερμανός, βρισκόταν σε μια μικρή όαση έξω από τη μονή του Τιμίου Προδρόμου στους Αγίους Τόπους, όπου είχε είκοσι φοίνικες· εκεί έλαβε εντολή από άγγελο της Θεοτόκου για την ανέγερση της μονής και σε ανάμνηση της τοποθεσίας την ονόμασε «Παναγία η Εικοσιφοίνισσα».
Κατά την παράδοση, ο Όσιος Γερμανός, αφού μόνασε στην Ιερά Μονή του Τιμίου Προδρόμου, στον Ιορδάνη ποταμό, εγκατέλειψε την Παλαιστίνη και με όραμα ήρθε στη θέση Βίγλα του Παγγαίου περί το 718. Εκεί ανακάλυψε τα ερείπια των παλαιών κτισμάτων που είχε χτίσει ο Σώζων. Ξεκίνησε να ανεγείρει νέα Μονή, αλλά τα χρήματα που είχε συγκεντρώσει για την ανέγερση της Μονής δεν επαρκούσαν για να εξοφλήσει τους τεχνίτες, με αποτέλεσμα αυτοί να τον οδηγήσουν αιμόφυρτο στη Δράμα για να δικαστεί. Στο δρόμο συνάντησαν τον πληγωμένο Άγιο οι Κωνσταντινουπολίτες αξιωματούχοι Νικόλαος και Νεόφυτος, οι οποίοι μετέβαιναν στη Σερβία ως απεσταλμένοι του Αυτοκράτορα Βασιλείου Α΄ του Μακεδόνα. Αυτοί εξόφλησαν τους τεχνίτες και ελευθέρωσαν τον Άγιο, ενώ αργότερα πούλησαν και οι ίδιοι την περιουσία τους και μόνασαν στη Μονή, κοντά στον Άγιο Γερμανό. Ο Βίος του Αγίου Γερμανού διασώζεται στο χειρόγραφο κώδικα 19 του ερμαρίου 59 της Λαυρεντιανής Βιβλιοθήκης της Φλωρεντίας
Για αρκετούς αιώνες η ιστορία της Μονής Εικοσιφοινίσσης είναι άγνωστη. Αρχαιολογικές ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κατά τον 11ο αιώνα κτίστηκε ξανά το Καθολικό της Μονής. Η Μονή έγινε Σταυροπηγιακή με σιγίλια των Πατριαρχών Συμεών Α΄ και Μαξίμου Γ΄, εξαρτήθηκε δηλαδή απευθείας από τον Οικουμενικό Πατριάρχη.
Η Μονή έζησε νέα εποχή ακμής όταν το 1472 σε αυτή εγκαταβίωσε ο παραιτηθείς Οικουμενικός Πατριάρχης Διονύσιος Α΄, ο οποίος με τη δράση και την περιουσία του της έδωσε πνοή ζωής. Για το λόγο αυτό ονομάστηκε δεύτερος Κτήτωρ της Μονής και η Εκκλησία τον ανακήρυξε Άγιο. Έζησε στη Μονή έως το 1488, οπότε επανεξελέγη από Σύνοδο που συνεκλήθη από τον Σουλτάνο Βαγιαζήτ Β΄. Το 1490 παραιτήθηκε λόγω γήρατος και επέστρεψε στην ίδια Μονή μέχρι το τέλος της ζωής του το 1492.
Πατριαρχικά σιγίλια υπέρ της Μονής εξέδωσαν οι Οικουμενικοί Πατριάρχες: Ιερεμίας Α΄ (1544), Μητροφάνης Γ΄ (1567) και Ιερεμίας Β΄ ο Τρανός (1573). Το 1610 επισκέφθηκε τη Μονή ο Μητροπολίτης Μυρέων Ματθαίος, ο οποίος συνέγραψε τον Παρακλητικό Κανόνα της Παναγίας Αχειροποιήτου. Το 1798, μετά την πρώτη του Πατριαρχία, έμεινε ως εξόριστος στη Μονή ο μετέπειτα εθνομάρτυρας και άγιος Πατριάρχης Γρηγόριος Ε΄.
Κατά την Τουρκοκρατία, η συμβολή της Μονής στη διατήρηση της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού υπήρξε ανεκτίμητη, ενώ κατά την ιστορική της διαδρομή καταστράφηκε πολλές φορές από Τούρκους και Βούλγαρους επιδρομείς. Στις 25 Αυγούστου 1507, οι Τούρκοι έσφαξαν 172 μοναχούς της Μονής, διότι είχαν ενοχληθεί από τη δράση τους υπέρ της διατήρησης της ελληνικότητας του πληθυσμού της περιοχής. Τρία χρόνια μετά, 10 μοναχοί από την Ιερά Μονή Βατοπαιδίου Αγίου Όρους, ήλθαν στη Μονή για να την ανασυστήσουν.
Κατά την εποχή της Επανάστασης του 1821, η Μονή είχε καταστεί πνευματικό και εθνικό κέντρο της Ανατολικής Μακεδονίας και οι ηγούμενοί της είχαν στενή συνεργασία με τους ηγέτες της Επαναστάσεως (Νικοτσάρας, Εμμανουήλ Παπάς) στη Βόρεια Ελλάδα. Η Μονή έπαθε σοβαρές ζημιές από σεισμό του 1829, αποτεφρώθηκε το 1854 και το 1864 επιδημία πανώλης αποδεκάτισε την αδελφότητά της. Μέχρι το 1843 λειτουργούσε εκεί σχολή, ονομαζόμενη Σχολή των Κοινών Γραμμάτων ή Ελληνική Σχολή. Σε αυτή τη Σχολή φοίτησε από το 1839 ως μαθητής και ο μετέπειτα Οικουμενικός Πατριάρχης Νεόφυτος Η’, γι΄αυτό και αργότερα στο πτυχίο του από τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης αναγράφεται ως Εικοσιφοινισσιώτης.
Ο άγιος Προκόπιος Λαζαρίδης επίσκοπος Αμφιπόλεως (μετέπειτα Μητροπολίτης Ικονίου), μετέβη στη Μονή το 1898 ως έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, με σκοπό την αποκατάσταση της ενότητας και της ειρήνης μεταξύ της μοναστικής αδελφότητας. Ο ίδιος αργότερα εξελέγη Μητροπολίτης Ικονίου, από όπου και καταγόταν, και μαρτύρησε το 1923 στη Μικρά Ασία.
Ο Άγιος Χρυσόστομος Μητροπολίτης Δράμας, Φιλίππων και Ζιχνών, μετέπειτα Σμύρνης όπου και μαρτύρησε, μερίμνησε ιδιαίτερα για την ηθική και υλική ενίσχυση της Ιεράς Μονής κατά την αρχιερατεία του στην Ιερά Μητρόπολη Δράμας, Φιλίππων και Ζιχνών που διήρκησε από το 1902 έως το 1910. Με στήριξη του Μητροπολίτη Χρυσοστόμου λειτουργούσε στη Μονή Γεωργική Σχολή με τρεις γεωπόνους.
Κατά τη Β΄ Βουλγαρική Κατοχή της Ανατολικής Μακεδονίας οι δολοφονίες και οι βιαιότητες που διέπραττε ο βουλγαρικός κατοχικός στρατός ήταν πολλές. Ανάμεσα σε αυτές ήταν και η δολοφονία, του γέροντος μοναχού Μακαρίου, προηγουμένου της Μονής, που σφαγιάσθηκε στις 3 Οκτωβρίου 1916.
Τη Μεγάλη Δευτέρα 27 Μαρτίου 1917, στρατιώτες του βουλγαρικού κατοχικού στρατού με επικεφαλής τον Βούλγαρο κομιτατζή Πανίτσα, εισήλθαν στη Μονή και αφού βιαιοπράγησαν κατά των μοναχών, άρπαξαν τα περισσότερα κειμήλια και τα μετέφερε στη Βουλγαρία, όπου κατακρατούνται μέχρι σήμερα στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Σόφιας. Στο σκευοφυλάκιο της Μονής ήταν αποθησαυρισμένα πολλά και σημαντικά κειμήλια, ενώ ιδιαίτερα αξιόλογη ήταν η βιβλιοθήκη της, η οποία το 1917 αριθμούσε 1.300 τόμους βιβλίων, από τα οποία τα 400 ήταν χειρόγραφες μεμβράνες.
Τον Ιούνιο του ιδίου έτους (1917), Βούλγαροι στρατιώτες οδήγησαν τους μοναχούς σε ομηρία. Ορισμένοι από τους μοναχούς δεν άντεξαν τις συνθήκες και πέθαναν στη φυλακή. Όσοι μοναχοί επιβίωσαν στην ομηρία, επέστρεψαν στις 10 Οκτωβρίου 1918, μετά την ήττα των Βουλγάρων και Γερμανών.
Η ελληνική πολιτεία αντέδρασε αμέσως στη σύληση και αρπαγή των κειμηλίων. Έτσι στις 31 Μαρτίου 1917, τέσσερις ημέρες μετά τη ληστρική επιδρομή, ο τότε Νομάρχης Δράμας Ν. Μπακόπουλος υπέβαλε διαμαρτυρία προς τις κατοχικές βουλγαρικές αρχές χωρίς όμως αποτέλεσμα. Το 1918, μετά την απελευθέρωση της περιοχής από τη Β΄ Βουλγαρική Κατοχή, το θέμα επιστροφής των κειμηλίων συζητήθηκε στην Ελληνική Βουλή. Ακολούθως, η ελληνική κυβέρνηση απαίτησε την εφαρμογή της Συνθήκης του Νεϊγύ (1919), σύμφωνα με την οποία έπρεπε να επιστραφούν όλα τα πολιτιστικά αγαθά που είχαν κλαπεί κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών. Το 1923 ο καθηγητής Βυζαντινής Αρχαιολογίας και ο διευθυντής του Βυζαντινού Μουσείου Αθηνών Γεώργιος Σωτηρίου μετέβη στη Σόφια για να ζητήσει την επιστροφή των κλαπέντων αντικειμένων (907 ιερά λατρευτικά αντικείμενα, 430 χειρόγραφους κώδικες, 467 αρχέτυπα, κ.ά.), αλλά επεστράφησαν μόνον 7.
Όπως αποκαλύφθηκε τις τελευταίες δεκαετίες, τα περισσότερα από τα κειμήλια κατακρατούνται παράνομα σήμερα στη Σόφια, στο Κέντρο Σλαβοβυζαντινών Σπουδών Ivan Dujev και στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Βουλγαρίας, ενώ κάποια άλλα πουλήθηκαν ή έφτασαν με άλλους τρόπους, μέσω Βουλγαρίας, σε βιβλιοθήκες εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και ιδιωτικές συλλογές της Ευρώπης και των ΗΠΑ.
Σημειωτέον πως οι Βούλγαροι απέσπασαν παράνομα όχι μόνο τα κειμήλια της Μονής Εικοσιφοινίσσης, αλλά και πλήθος έτερων ελληνικών κειμηλίων από τη Μονή Τιμίου Προδρόμου Σερρών και τις Μονές Παναγίας Καλαμούς και Παναγίας Αρχαγγελιώτισσας Ξάνθης. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο, οι Ιερές Μητροπόλεις καθώς και οι αρχές της Τοπικής Αυτοδιοίκησης έχουν διατυπώσει επισήμως αίτημα για την επιστροφή των κλαπέντων ελληνικών κειμηλίων.
Οι Βούλγαροι κατέλαβαν για τρίτη φορά την Ανατολική Μακεδονία (μετά το 1916 και το 1918) στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο κατοχικός βουλγαρικός στρατός εισέβαλε στη Μονή, κράτησε σε περιορισμό τον ηγούμενο Γρηγόριο και τους δώδεκα μοναχούς και ακολούθως πυρπόλησε τη μονή με αποτέλεσμα να καταστραφούν τα οικοδομήματα στις 12 Ιουλίου 1943.
Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο ηγούμενος Γρηγόριος Κατσιβάκης έκτισε το Ηγουμενείο και έναν μικρό ξενώνα με προσωπική εργασία και βοήθεια πιστών. Αποτέλεσε, μέχρι την κοίμησή του το 1956, τον τελευταίο ηγούμενο της Μονής ως ανδρώας.
Η ανασύσταση της Μονής και η αναβίωση του μοναχισμού σε αυτήν, πραγματοποιήθηκε από τον Μητροπολίτη Δράμας Διονύσιο Κυράτσο, αμέσως μετά την ενθρόνισή του το 1965. Όταν ανέλαβε Μητροπολίτης Δράμας η Μονή παρουσίαζε εικόνα εγκατάλειψης και ερήμωσης. Με μέριμνά του εγκαταστάθηκε στη Μονή γυναικεία αδελφότητα και πραγματοποιήθηκαν εκτεταμένες εργασίες συντήρησης και ανέγερσης κτισμάτων.
Σήμερα η Μονή είναι γυναικεία και αριθμεί 23 μοναχές. Πανηγυρίζει τη μνήμη του πρώτου κτήτορά της Αγίου Γερμανού και των δύο Κωνσταντινουπολιτών αξιωματούχων Νικολάου και Νεοφύτου, στις 22 Νοεμβρίου και την επομένη ημέρα τη μνήμη του δεύτερου κτήτορά της, Αγίου Διονυσίου, Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως. Γιορτάζει επίσης στις 15 Αυγούστου, στη μνήμη της Παναγίας, στις 14 Σεπτεμβρίου, στη μνήμη της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού και στις 21 Νοεμβρίου, στη μνήμη των Εισοδίων της Θεοτόκου. Μπροστά από τη Μονή υπάρχει το μνημείο των 172 Μοναχών που έσφαξαν οι Τούρκοι το 1507.
Το 2005 ετάφη στη Μονή ο Μητροπολίτης Δράμας Διονύσιος Κυράτσος, ως τρίτος κατά σειρά κτήτωρ της.
Το 2011 επεστράφη, μετά από ενέργειες της Μητροπόλεως Δράμας, τμήμα του ιερού Λειψάνου του Αγίου Διονυσίου (δεύτερου κτήτορος της Μονής), από τη Βουλγαρία. Το λείψανο είχε κλαπεί επί Βουλγαρικής Κατοχής, μαζί με πληθώρα άλλωνν κειμηλίων που παραμένουν έως σήμερα στη Σόφια (στο Κέντρο Σλαβοβυζαντινών Σπουδών Ivan Dujev και στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Βουλγαρίας). Επίσης, το 2016 επεστράφη στη Μονή, με τη συμβολή της Αρχιεπισκοπής Αμερικής, μια σπάνια χειρόγραφη Καινή Διαθήκη 674 σελίδων, γραμμένη τον 9ο αιώνα, η οποία είχε κλαπεί το 1917 από τους Βούλγαρους και είχε καταλήξει να βρίσκεται στη Λουθηρανική Θεολογική Σχολή του Σικάγου στις Η.Π.Α. Αποτελεί το παλαιότερο παγκοσμίως πλήρες χειρόγραφο της Καινής Διαθήκης.
Ολόκληρη η Μονή περιβάλλεται από ψηλό τείχος και στο κέντρο της βρίσκεται ο Ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου. Στο πρώτο και κύριο μέρος της Μονής βρίσκεται το καθολικό, το οποίο είναι το παλαιότερο κτίσμα της, το Ηγουμενείο, τα κελιά των μοναζουσών, το αρχονταρίκι, το παρεκκλήσιο της Αγίας Βαρβάρας με το αγίασμα, το μουσείο, η τράπεζα και τα εργαστήρια κεντητικής και αγιογραφίας. Στο δεύτερο μέρος των κτηριακών εγκαταστάσεων της Μονής περιλαμβάνονται τα τρία κτήρια των ξενώνων, το πρεσβυτέριο για το λειτουργό Ιερέα της Μονής και το παρεκκλήσιο της Ζωοδόχου Πηγής.
Το Καθολικό τιμάται στα Εισόδια της Θεοτόκου. Ο ρυθμός του είναι σταυροειδής τρουλαίος σύνθετος τετρακίονος. Αποτελείται από τον εξωνάρθηκα, τον εσωνάρθηκα και τον κυρίως Ναό. Οι τρούλοι του Καθολικού στηρίζονται σε 4 μαρμάρινους κίονες. Η περίτεχνη λιθόγλυπτη κυρίως είσοδος του καθολικού κατασκευάσθηκε το 1838. Ο εξωνάρθηκας είναι ολόκληρος αγιογραφημένος και απεικονίζει ολόσωμους τους κτήτορες. Το τέμπλο του Καθολικού είναι βαρύτιμο ξυλόγλυπτο, κατασκευάσθηκε από Χιώτες τεχνίτες και χρειάστηκαν 22 χρόνια (1781 – 1803) για να ολοκληρωθεί. Ξυλόγλυπτο επίσης είναι το προσκυνητάρι της Παναγίας και ο δεσποτικός Θρόνος. Στο δεξιό μέρος του Καθολικού υπάρχει προθήκη, μέσα στην οποία υπάρχουν αργυρές λειψανοθήκες, στις οποίες φυλάσσονται δεκάδες Ιερά Λείψανα.

ΙΕΡΑ ΜΟΝΗ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΗΣ ΒΥΣΣΙΑΝΗΣ
Δέκα (10) χλμ. βόρεια της πόλης των Σερρών και δύο (2) από τον οικισμό του Μετοχίου, μέσα σ’ ένα καταπράσινο τοπίο, στο βάθος μιας χαράδρας, βρίσκεται η Γυναικεία Ιερά Μονή της Κοιμήσεως Θεοτόκου, Παναγίας της Βύσσιανης.
Ιδρύθηκε το έτος 1972 με πρωτοβουλία Σερραίων πιστών με την εuλογία τοy αείμνηστου Μητροπολίτου Σερρών Κωνσταντίνου (Καρδαμένη). Τη σημερινή της μορφή (καθολικό, παρεκκλήσι, τραπεζαρία, έκθεση εργόχειρων, κελιά Μοναχών) απέκτησε έπειτα από προσπάθειες ετών.
Η μονή έλαβε την προσωνυμία «Βύσσιανη» από ένα ομώνυμο βυζαντινό χωριό που βρίσκεται κοντά της και ονομάζεται Βύσσιανη. Δεν διασώζονται παλιά λατρευτικά σκεύη και βιβλία. Τις πρώτες πληροφορίες γι’ αυτό το χωριό τις παίρνουμε από ένα έγγραφο γραμμένο το έτος 1320. Περισσότερες πληροφορίες όμως έχουμε από άλλα έγγραφα που γράφτηκαν λίγα χρόνια αργότερα (1328-1344). Το χωριό αυτό καταστράφηκε το 1916 από τον βουλγαρικό στρατό και σήμερα σώζονται μόνο τα ερείπιά του.
Η μονή κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα χρησιμοποιήθηκε ως καταφύγιο Μακεδόνων και ως κρύπτη όπλων και πυρομαχικών. Υπέστη ζημιές την περίοδο των Βαλκανικών Πολέμων 1912-1913 και ερημώθηκε. Για τη διόρθωση των ζημιών της συστάθηκε με την ευχή του Μητροπολίτου Σερρών Κωνσταντίνου (Μεγγρέλη) μία αδελφότητα που ονομαζόταν «Αγαθοεργός Αδελφότης “Η Κοίμησις της Θεοτόκου Βύσσιανης”». Πρώτη μέριμνα της Αδελφότητας ήταν η ανακατασκευή του παλαιού ναού της μονής. Τα έργα της ανακατασκευής ξεκίνησαν τον Ιούλιο του 1925 και τελείωσαν το 1928, ενώ τα εγκαίνια έγιναν στις 17 Σεπτεμβρίου του 1925. Τη θέση αυτής της Αδελφότητας παίρνει ένα άλλο σωματείο που ιδρύεται την ίδια εποχή. Το σωματείο αυτό ονομάζεται «Σύλλογος Κυριών και Δεσποινίδων Βύσσιανης».
Στη μονή φυλάσσεται και η θαυματουργική εικόνα της Παναγίας. Η λαϊκή παράδοση λέει ότι αυτήν την εικόνα τη βρήκε ένας γεωργός στο μέρος όπου χτίστηκε ο ναός. Ο γεωργός έβλεπε ότι επί τέσσερις νύχτες ανάβλυζε από αυτό το μέρος μυστηριακό φως. Σε θαύμα επίσης αιτιολογούν την ύπαρξη άφθονου νερού. Το Αγίασμα, επί σειρά ετών αποξηραμένο, σαν από θαύμα της Παναγίας, την παραμονή της γιορτής της (14 Αυγούστου 1996), άρχισε να αναβλύζει ασταμάτητα μέχρι και σήμερα.
Η μονή σήμερα αποτελεί Ιερά Γυναικεία Κοινοβιακή Μονή. Η πρώτη μοναχή που εγκαταστάθηκε στη μονή ήταν η αδελφή Πελαγία από τη μονή του Αγίου Μηνά Δράμας το έτος 1972. Το έτος 1984 ο μητροπολίτης Σερρών και Νιγρίτης Μάξιμος στελέχωσε τη Μονή με γυναικεία Αδελφότητα. Σήμερα στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου Βύσσιανης μονάζουν εννέα μοναχές. Ηγουμένη από το έτος 2000 είναι η Γερόντισσα Ισιδώρα.
Το Καθολικό της Μονής επεκτάθηκε το 1996 με την προσθήκη νάρθηκα. Στη θέση του παλαιού Ναού, ο οποίος κατεδαφίστηκε, κτίσθηκε Παρεκκλήσιο της Παναγίας. Εντός της νέας πτέρυγας της Μονής (2010), Έξωθεν των τειχών, λειτουργεί παρεκκλήσιο του Αγίου Χαραλάμπους.
Η εργατικότητα και φιλοκαλία των μοναχών διακόσμησε τους χώρους της αυλής με λουλούδια. Έτσι καθαρή και όμορφη υποδέχεται τους πιστούς μέσα σε ένα φιλόξενο και ευλαβικό περιβάλλον, όπου κυριαρχεί απαλή και εκστατική γαλήνη.
Στη μονή λειτουργεί μικρό εκθετήριο με αγιογραφικά είδη και χειροποίητα αντικείμενα που η βοήθειά τους προσπορίζει μικρή βοήθεια. Ο ξενώνας δεν επαρκεί για φιλοξενία οργανωμένων γκρουπ. Η μονή πανηγυρίζει στις 15 Αυγούστου της Κοιμήσεως Θεοτόκου και της Ζωοδόχου Πηγής.
Η Μονή δέχεται προσκυνητές κατά τις ώρες 7:30 π.μ. έως 13:00 μ.μ. και από 17:00 μ.μ. μέχρι τις 20:00 μ.μ. Διεύθυνση: Ιερά Μονή Κοιμήσεως Θεοτόκου «Βύσσιανης», Τ.Κ. 62100, Σέρρες. Τηλ. 2321062502

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΚΟΙΜΗΣΕΩΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΣΕΡΡΩΝ – ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ
Το 1923 εγκαταστάθηκαν στο νότιο τμήμα τις πόλης των Σερρών πολλές προσφυγικές οικογένειες από τις αλησμόνητες πατρίδες και δημιουργήθηκαν οι νέες συνοικίες της Νέας Ιωνίας, Βυζαντίου και Πισιδίας. Οι νεοσύστατοι αυτοί οικισμοί αποτελούσαν μία κοινότητα και οι κάτοικοι των περιοχών αυτών ζητούσαν από την Μητρόπολη να ανακηρύξει την περιοχή τους σε ενορία και να ανεγείρουν Ναό, αλλά οι τότε συνθήκες δεν το επέτρεπαν.
Σε συνέλευση που έγινε στις 12-5-1952 υπέγραψαν 500 οικογένειες για να ιδρύσουν ενορία και να κτίσουν Ναό. Το 1955 έκτισαν σε ένα οικόπεδο μικρό ξυλόστεγο Ναό προς τιμήν της Κοιμήσεως Θεοτόκου, ο οποίος λειτουργούσε ως παρεκκλήσιο του Ναού των Παμμεγίστων Ταξιαρχών και το 1961 το παρεκκλήσιο ανακηρύχτηκε σε ενορία, και καθορίσθηκαν τα όρια της. Το 1962 προτάθηκε σε γενική συνέλευση να ανεγερθεί μεγάλος Ναός, ο προϋπολογισμός του οποίου ανέρχονταν στο ποσό των 1.800.000 δραχμών. Ο Ναός έχει διαστάσεις 35 x 18μ και είναι σταυροειδής με τρούλο. Το Ιερό Βήμα είναι τρίκογχο με μαρμάρινη μονόστηλη αγία Τράπεζα. Οι τοιχογραφίες πού κοσμούν το Ναό είναι έργα του Σερραίου αγιογράφου Γεωργίου Ζλατάνη.
Στο Ναό λειτουργούν τα ἱερά Παρεκκλήσια της Παναγίας «Άξιον Εστί», του αγίου Ιωάννου τοῦ Ρώσου και της αγίας Αναστασίας της Ρωμαίας.
Επίσης λειτουργούν Πνευματικό Κέντρο Νεότητας, κατηχητικά σχολεία, αίθουσα συνάξεων, σεμινάρια αντιαιρετικών μαθημάτων, δανειστική βιβλιοθήκη, εντευκτήριο νέων, τράπεζα αίματος, συσσίτιο αγάπης για τους απόρους ενορίτες και πρόσφυγες μετανάστες, καθώς και χώρος δωρεάν διαθέσεως ειδών ενδύσεως και υποδήσεως. Ο Ναός εορτάζει στις 15 Αυγούστου.
Εφημέριοι του Ναού είναι οι: Αρχιμ. Γαβριήλ Παλιούρας, Πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντίνος Μαλάκος, Πρωτοπρεσβύτερος Χρυσόστομος Λουκάγκος και ο Πρωτοπρεσβύτερος Παναγιώτης Καραμβαλάσης.
Διεύθυνση: Κοσμά Αλεξανδρίδη 10 & Θεσσαλονίκης, Τ.Κ. 62123, Σέρρες. Τηλ. 23210 56967.

ΠΑΝΑΓΙΑ ΗΛΙΟΚΑΛΗ (ΛΙΟΚΑΛΗ)
Στα βορειανατολικά της πόλης των Σερρών, στο Κατακονόζι, είναι ένας μικρός ναός η Παναγία Ηλιόκαλη, η Παναγιά Λιόκαλη. Ο μικρός ναός οικοδομήθηκε το 1951 πάνω στα ερείπια της σταυροπηγιακής Μονής Παναγίας Ηλιοκάλλου.
Σε μοναστηριακό έγγραφο μνημονεύεται το 1326 ως μετόχι της Μονής Φιλοθέου Αγίου Όρους ενώ από το 1477 ανήκει στην ιερά Μονή Παναγίας Εικοσιφοινίσης.
Ο Ναός γνωρίζει περίοδο ακμής την εποχή όπου στον Πατριαρχικό θρόνο βρισκόταν ο Γεννάδιος Σχολάριος ο οποίος εξέδωσε πρόγραμμα για εργασίες συντήρησης και βελτίωσης του κτιρίου, ενώ παραχωρήθηκαν και δικαιώματα.
Ο σημαντικός ρόλος που διαδραμάτισε στο πέρασμα των αιώνων αποτυπώνεται στις δεκάδες αναφορές σε έγγραφα ιστορικών και αξιωματούχων. Η πρώτη αναφορά του κτιρίου γίνεται σε έγγραφο της Ι.Μ. Χιλανδαρίου Αγίου Όρους το 1323 μ.Χ. με το όνομα Παναγία της Ηλιοκάλλου. Το 1326 μ.Χ. ο Ναός της Παναγίας θα περάσει για ένα αιώνα στην κυριότητα της Μονής Φιλοθέου με χρυσόβουλο του Αυτοκράτορα Ανδρόνικου του Β’ με τη μορφή του μετοχίου, ενέργεια που επιβεβαιώνεται σε έγγραφο του Μοναστηρίου. Το 1477 η Λιόκαλη γίνεται μετόχι της Μονής Παναγίας της Εικοσιφοίνισσας Παγγαίου όπως μαρτυρείται σε συρίγγιο του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνστ/πολης Μαξίμου του Γ’.
Η Λιόκαλη συνέχισε κανονικά την λειτουργία της ως λατρευτικός χώρος και πνευματικό κέντρο και κατά την Οθωμανική περίοδο. Η ιστορία του ναού συνδέεται με αυτή του Ιερομάρτυρα Αγίου Νικήτα από τον Πόντο. Ο Άγιος Νικήτας έφτασε στις Σέρρες ανήμερα της Μεγάλης Δευτέρας του 1808 και κατέλυσε στο Ναό της Λιόκαλης. Το Μεγάλο Σάββατο αφού κοινώνησε κατευθύνθηκε προς το Αχμέτ Τζαμί στην αυλή του οποίου συνάντησε έναν νεαρό Οθωμανό μαθητή του τοπικού ιεροδιδασκαλείου. Αυτός έπασχε από εκ γενετής παραμόρφωση στα πόδια. Η προθυμότητα του Αγίου να θεραπεύσει τον νεαρό ενόχλησε τον τελευταίο ο οποίος κατήγγειλε το γεγονός στον ιεροδιδάσκαλο και αυτός με τη σειρά του ανέφερε το συμβάν στον Βοεδόδα Ισμαήλ Μπέη που διέταξε τη σύλληψη και τον απαγχονισμό του ιερωμένου. Κατά την επανάσταση του 1821 ο οπλαρχηγός Χρήστος Κασομούλης είχε μετατρέψει το Ναό της Λιόκαλης σε στρατηγείο του, οχυρώνοντας την γύρω περιοχή.
Δυστυχώς, η Λιόκαλη δεν γλύτωσε από την μεγάλη φωτιά που έβαλαν οι Βούλγαροι το 1913 κατά την αποχώρησή τους από την πόλη, αφού πρώτα αφαίρεσαν πολύτιμα αντικείμενα εικόνες και βιβλία τα οποία μετέφεραν στην πατρίδα τους. Στη θέση του παλαιού Ναού χτίστηκε το 1951 ένας νέος κατόπιν δωρεάς της οικογένειας Μπεσίρη.
Αρχιτεκτονικά ο Ναός ανήκει στην ομάδα των απλών μονόχωρων με Καθολικό.
Διεύθυνση: Οδός Αναπαύσεως, Σέρρες.

Δήμητρα Μετόκη metoki63@homtail.com
(Με πληροφορίες από ιστοσελίδες: Δήμου Σερρών, Περιφέρειας Κεντρικής Μακεδονίας, βικιπαίδειας, Ιεράς Μητρόπολης Σερρών και Νιγρίτης)









