Ο άδικος χαμός του 17χρονου
Γράφει ο Στρίκος Νικ. Θεόδωρος*
Η έξαρση της εγκληματικότητας των ανηλίκων, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στην Πατρίδα μας, δεν αποτελεί ούτε τυχαίο ούτε μεμονωμένο φαινόμενο.
Είναι το ορατό αποτέλεσμα μιας μακράς κοινωνικής αποσυνθέσεως, μιας αλληλουχίας παραλείψεων, ανοχών και λανθασμένων επιλογών που σταδιακά οδήγησαν την Ελλάδα σε ένα σημείο βαθιάς θεσμικής, ηθικής και αξιακής κρίσης.
Κατ’ αρχάς, η οικογένεια -ο θεμέλιος λίθος κάθε κοινωνίας- έχει σε πολλές περιπτώσεις αποδυναμωθεί ή πλήρως καταρρεύσει.
Παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε περιβάλλοντα βίας, εξαρτήσεως, παραμελήσεως και απουσίας ορίων.
Όταν ο ανήλικος στερείται σταθερών προτύπων, συναισθηματικής ασφαλείας και καθοδηγήσεως, αναζητά ταυτότητα και δύναμη αλλού:
στη βία, στην επιβολή, στην παραβατική συμπεριφορά.
Κανένα παιδί δεν γεννιέται εγκληματίας· διαμορφώνεται μέσα σε συνθήκας εγκαταλείψεως και κοινωνικής αδιαφορίας.
Παράλληλα, το σχολείο έχει σε μεγάλο βαθμό απογυμνωθεί από τον παιδαγωγικό του ρόλο. Οι δάσκαλοι όλων των βαθμίδων εκπαιδεύσεως έχουν ουσιαστικά «ευνουχιστεί» παιδαγωγικά από μια ανεξέλεγκτοκαι κακώς νοούμενη ελευθερία, από έναν φόβο καταγγελιών, ποινικών – πειθαρχικών διώξεων και κοινωνικής στοχοποιήσεως.
Όταν ο εκπαιδευτικός δεν μπορεί να επιβάλει όρια, να επιβάλει συνέπειες, να λειτουργήσει ως αυθεντία παιδαγωγική και ηθική, τότε το σχολείο παύει να είναι χώρος αγωγής και μετατρέπεται σε χώρο ανοχής της παραβατικότητος.
Οι φιλήσυχοι και ευάλωτοι μαθητές μένουν απροστάτευτοι, ενώ οι επιθετικοί μαθαίνουν από νωρίς ότι η συμπεριφορά τους δεν έχει κόστος.
Την ίδια στιγμή, καταλυτική είναι και η καταστροφική επίδρασις των Μέσων Μαζικής Ενημερώσεως και ιδίως της τηλεοράσεως και του διαδικτύου στη διαμόρφωση του χαρακτήρος των νέων.
Η ωμή βία προβάλλεται καθημερινά ως θέαμα, η επιθετικότητα εξιδανικεύεται, η χυδαιότητα κανονικοποιείται και η εγκληματική συμπεριφορά συχνά παρουσιάζεται είτε ως «μαγκιά» είτε ως αποτέλεσμα συνθηκών χωρίς προσωπική ευθύνη.
Παιδιά και έφηβοι, χωρίς φίλτρα και χωρίς ώριμη κρίση, απορροφούν εικόνες και πρότυπα που αλλοιώνουν την έννοια του σεβασμού, της ανθρωπίνης ζωής και των συνεπειών των πράξεων.
Ιδιαίτερα το διαδίκτυο και τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης λειτουργούν ως επιταχυντές βίας. Εκεί όπου ο εξευτελισμός γίνεται ψυχαγωγία, ο θυμός περιεχόμενο και η ανθρώπινη οδύνη αντικείμενο θεάματος. Μέσα σε αυτό το ψηφιακό χάος, πολλοί ανήλικοι χάνουν την επαφή με την ενσυναίσθηση, την αυτοσυγκράτηση και τα όρια, μαθαίνοντας να αντιδρούν παρορμητικά και βίαια, χωρίς αίσθηση ευθύνης.
Καθοριστική, όμως, είναι και η ευθύνη της Πολιτείας.
Όταν οι αρμόδιες Αρχές γνωρίζουν ότι ένας ανήλικος μεγαλώνει σε περιβάλλον ναρκομανίας, παραβατικότητος και κοινωνικής αποσυνθέσεως, όταν υπάρχουν ενδείξεις εγκληματικής συμπεριφοράς και παρ’ όλα αυτά δεν λαμβάνονται έγκαιρα και ουσιαστικά μέτρα προλήψεως, τότε η αποτυχία δεν είναι ατομική αλλά βαθύτατα θεσμική.
Η κοινωνία δεν προστάτευσε ούτε τον ίδιο τον ανήλικο από την πορεία αυτοκαταστροφής του, ούτε -κυρίως- τα πιθανά θύματά του.
Το τραγικό περιστατικό το οποίο έλαβε χωρα στην πόλη μας, όπου ως γνωστόνένας 16χρονος ξυλοκόπησε μέχρι θανάτου έναν 17χρονο για ασήμαντο αφορμή, αποτελεί εμβληματικό παράδειγμα αυτής της συλλογικής αποτυχίας.
Ο δράστης προερχόταν από οικογένεια διαλυμένη από τα ναρκωτικά, με γονείς εξαρτημένους και πατέρα που κατέληξε από αυτά.
Το γεγονός αυτό ήταν γνωστό στις αρμόδιες Αρχές, όπως και η προβληματική συμπεριφορά του ανηλίκου.
Κι όμως, δεν υπήρξε έγκαιρη παρέμβαση.
Αντίθετα, το θύμα ήταν ένα φιλήσυχο παιδί, μεγαλωμένο σε σωστή οικογένεια, χωρίς παραβατικό παρελθόν. Ένα παιδί που πλήρωσε με τη ζωή του όχι μόνο τη βία ενός συνομηλίκου του, αλλά και την αδιαφορία ενός ολόκληρου συστήματος που απέτυχε να προλάβει το κακό.
Η Πατρίδα μας έφθασε σε αυτό το σημείο γιατί επί χρόνια αντιμετώπισε την πρόληψη ως πολυτέλεια και όχι ως αναγκαιότητα.
Υποτίμησε την παιδαγωγική αυθεντία, αποδυνάμωσε τους θεσμούς, επένδυσε ελάχιστα στην ψυχική υγεία και στην κοινωνική πρόνοια και προτίμησε να επεμβαίνει εκ των υστέρων αντί να προλαμβάνει.
Αν θέλουμε πραγματικά να μιλάμε για Δικαιοσύνη, ασφάλεια και μέλλον, οφείλουμε να κοιτάξουμε βαθύτερα:
να αποκαταστήσουμε τα όρια, να ενισχύσουμε την οικογένεια και το σχολείο, να θωρακίσουμε τους εκπαιδευτικούς, να ελέγξουμε τη μιντιακή ασυδοσία και να απαιτήσουμε ένα Κράτος που δεν κλείνει τα μάτια όταν βλέπει ένα παιδί να βαδίζει προς την καταστροφή.
Γιατί όταν αποτυγχάνουμε να προστατεύσουμε τα παιδιά μας —και εκείνα που κινδυνεύουν να γίνουν δράστες και εκείνα που μπορεί να γίνουν θύματα— τότε η ευθύνη βαραίνει όλους μας.
*Στρίκος Νικ. Θεόδωρος
Αξιωματικός της ΕΛ.ΑΣ ε.α., πτυχιούχος Νομικής, π. Πρόεδρος Παραρτήματος Ενώσεως Αποστράτων Αξιωματικών Στρατού Ν. Σερρών










