Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 85 ετών
Παναγιώτης Γκέκας, μία ισχυρή προσωπικότητα με εμφανέστατα ευγενικά χαρακτηριστικά
Γράφει ο Steffan G. Diomedes
Ο Παναγιώτης Γκέκας γεννήθηκε την 25η Αυγούστου 1941 στο Βαρικό Βισαλτίας από γονείς που είχαν έλθει και εγκατασταθεί εκεί από την ορεινή Καρδίτσα πέντε χρόνια νωρίτερα και πλέον θα έπρεπε να γίνουν από κτηνοτρόφοι γεωργοί.
Σ’ εκείνα τα δύσκολα χρόνια όμως, μετά τον Ελληνοϊταλικό πόλεμο βρέθηκε η οικογένεια και οι λιγοστοί συγγενείς που είχαν ακολουθήσει στην μετεγκατάσταση στο μάτι του κυκλώνα των συγκρούσεων με επίκεντρο την προσπάθεια των Βουλγαρικών δυνάμεων κατοχής να μεταβάλουν βιαίως ή και με πλουσιοπάροχες υποσχέσεις τον εθνολογικό χαρακτήρα μέρους του πληθυσμού της περιοχής – και δη του μέρους εκείνου που ομιλούσε το σλαυόφωνο ιδίωμα.
Προ αυτής της καταστάσεως οι Θεσσαλοί αυτοί έποικοι απετέλεσαν κόκκινο πανί για την βουλγαρική υπόθεση και τα ανδράποδά της, ουχ ήσσον μάλιστα της κομμουνιστικής ανταρσίας στην οποίαν, παρά τον δήθεν αντιστασιακό και εθνικό της μανδύα, οι βουλγαρικές συμμορίες βρήκαν τους φυσικούς τους συνεργούς.
Έτσι ο πατέρας και οι θείοι του προσεχώρησαν ενεργώς στις τάξεις της ΠΑΟ και βρέθηκαν στις λίστες θανάτου του εαμοβουλγαρικού “λαϊκού στρατού”, ξεφεύγοντας ως εκ θαύματος από τα μαχαίρια και τα κονσερβοκούτια τους, εκτός από τον 19χρονο Χρήστο Ρίζο, τον οποίον άφησαν βασανιστικά και υπό επιθέσεις αγριόσκυλων να πεθάνει στις όχθες του Στρυμόνος, αφού τον είχαν τραυματίσει.
Αυτό το υπόβαθρο σημάδεψε ριζικά την ψυχή του Παναγιώτη Γκέκα.
Ήταν ο πρώτος από το χωριό του που θα συνέχιζε μετά το Δημοτικό, αναγκαστικά μετακομίζοντας στην πόλη των Σερρών, αφού δεν υπήρχαν αλλού στον νομό γυμνάσια. Μετά από σειρά συγκυριών κατέληξε στην τότε Εμπορική Σχολή, ένα είδος οικονομικού Γυμνασίου.
Ενυμφεύθη νεαρώτατος, στα 20, και όταν το φθινόπωρο του 1962 κατετάγη στον στρατό, είχε ήδη γεννηθεί ο πρώτος του γιός Στέφανος.
Παρ’ όλ’ αυτά, όχι μόνον υπηρέτησε μετά διακρίσεων ως λοχίας στο 506 Τάγμα Πεζικού, αλλά και μετείχε στην δύναμη που κατά την κρίση του 1964 εστάλη στην Κύπρο, τοποθετηθείς στην πρώτη γραμμή των συγκρούσεων στο Σταυροβούνι, σε αντίσκηνα – εκεί όπου αργότερα έγινε το στρατόπεδο των καταδρομέων.Ξεκίνησε την επαγγελματική του σταδιοδρομία ως γραμματέας της Κοινότητος Ζευγολατιού, όπου παρέμεινε σχεδόν για 7 χρόνια, μέχρις ότου τον Δεκέμβριο του 1971 μετετέθη στην μεγάλη κοινότητα Τερπνής, όπου παρέμεινε μέχρι τον Ιανουάριο του 1974, μία περίοδο που στην μνήμη των Τερπνιωτών παραμένει ως η χρυσή περίοδος του χωριού από κάθε άποψη. Χαρακτηριστικό του αποτύπωμα υπήρξε η δημιουργία Συστήματος Προσκόπων, όπως άλλως τε είχε κάνει και στο Ζευγολατιό, το οποίον και σημάδεψε ανεξίτηλα την μνήμη και τον βίο όσων ήσαν παιδιά και έφηβοι εκείνη την περίοδο.
Είναι σημαδιακό κατά εκπληκτικό τρόπο ότι, κι ενώ η κατάσταση της υγείας του ήταν οριακή, η τελευταία του ενέργεια λίγες ώρες πριν το ατύχημά του που τον έρριξε σε ένα κατήφορο δίχως επιστροφή ήταν, ανταποκρινόμενος στην τιμητική πρόσκληση του προέδρου της Τερπνής να πάρει το λεωφορείο για Νιγρίτα και από εκεί ταξί για Τερπνή για να παραστή στις εορταστικές εκδηλώσεις της 26ης Οκτωβρίου.
Το επόμενο βράδυ είχε έναν ανήσυχο ύπνο κατά τον οποίο έδινε μάχη κατά Τούρκων που τον είχαν περικυκλώσει και βρέθηκε κάτω από το κρεβάτι του με 5 σπασμένα πλευρά… Κατά τον ενάμιση μήνα βίου που του απέμενε κατέληξε νοητικά να μοιάζει σκιά του εαυτού του.
Από τον Ιανουάριο του 1974 μετά από γραπτό διαγωνισμό στον οποίο αρίστευσε διορίστηκε ως υπάλληλος της εφορίας Σιντικής. Περίπου μία δεκαετία αργότερα ξεκίνησε σταδιοδρομία ως ιδιώτης λογιστής στις Σέρρες, κερδίζοντας την δημόσια υπόληψη ως ενός εκ των πλέον κατηρτισμένων λογιστών Σερρών, που οι τοπικοί τηλεοπτικοί σταθμοί συχνά καλούσαν για να επεξηγήσει τις όποιες μεταβολές της φορολογικής νομοθεσίας, καθώς μελετούσε συνεχώς, έχοντας μια μοναδική ικανότητα να διαβλέπει τις πρακτικές συνέπειες αλλά και διαφαινόμενες δυνατότητες.
Το φιλότιμο και η υπερβολική εμπιστοσύνη στους γύρω του ήταν μονίμως ένα εμφανές χαρακτηριστικό του αλλά και η Αχίλλειος πτέρνα του.
Πολιτεύθηκε και εξελέγη σε υψηλή σειρά ως νομαρχιακός σύμβουλος στον συνδυασμό του Παπαπαναγιώτου και διετέλεσε αντινομάρχης Τουρισμού. Υπό αυτήν του την ιδιότητα επεσκέφθη και την Κύπρο και μετέβη στο Σταυροβούνι, από όπου τηλεφώνησε και έδωσε αναφορά ετοιμότητος στον τότε λοχαγό του, ο οποίος ανελύθη σε κλάματα από την συγκίνηση, λέγοντάς του ότι μόνον αυτός θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο…
Μετά την συνταξιοδότησή του έγραφε συνεχώς και ερευνούσε το προσωπικό του αρχείο αφ’ ενός, αφ’ ετέρου δε διατηρούσε επιμελώς επαφή με τους παλιούς του φίλους, πρώτιστα εκείνους από την στρατιωτική του θητεία.
Ίδρυσε και επί πάρα πολλά έτη διετέλεσε πρόεδρος του Συλλόγου Θεσσαλών Νομού Σερρών, αναπτύξας κι εκεί πολυσχιδή δραστηριότητα.
Σε όλην του την ζωή η προσφορά προς τους γύρω του και προς τα κοινά απετέλεσε ένα εξέχον του χαρακτηριστικό, του οποίου μάρτυρες είναι όσοι βρέθηκαν κοντά του.
Θα τον θυμόμαστε πάντα ως μια ξεχωριστή παρουσία, μία ισχυρή προσωπικότητα με εμφανέστατα ευγενικά χαρακτηριστικά.









